αδιάθετος


αδιάθετος
[адьятэтос] εκ. нездоровый,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αδιάθετος" в других словарях:

  • ἀδιάθετος — not disposed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιάθετος — η, ο 1. ανήμπορος, άκεφος: Δεν ήρθε στη δουλειά, γιατί ήταν αδιάθετος. 2. αυτός που δε διατέθηκε, δεν πουλήθηκε: Έμειναν αδιάθετα αρκετά αντίτυπα του βιβλίου. 3. αυτός που δεν κληροδοτήθηκε με διαθήκη: Κληρονόμησε «εξ αδιαθέτου». 4. αυτός που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδιάθετος — η, ο (ΑΜ ἀδιάθετος, ον) 1. αυτός που πεθαίνοντας δεν άφησε διαθήκη 2. αυτός που κληρονομήθηκε χωρίς διαθήκη νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει διάθεση, δηλ. σωματική ή ψυχική ευεξία, κακοδιάθετος, ελαφρά άρρωστος 2. αυτός που δεν διατέθηκε ή δεν… …   Dictionary of Greek

  • αδιαθετώ — [αδιάθετος] είμαι αδιάθετος, ελαφρά άρρωστος …   Dictionary of Greek

  • ἀδιαθέτως — ἀδιάθετος not disposed adverbial ἀδιάθετος not disposed masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάθετον — ἀδιάθετος not disposed masc/fem acc sg ἀδιάθετος not disposed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαθέτου — ἀδιάθετος not disposed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαθέτους — ἀδιάθετος not disposed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαθέτων — ἀδιάθετος not disposed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαθέτῳ — ἀδιάθετος not disposed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)